Στο συνεχώς εξελισσόμενο πεδίο της καρδιαγγειακής νόσου, η ανάγκη για ακριβέστερη στρωματοποίηση του κινδύνου και για έγκαιρες, πιο στοχευμένες παρεμβάσεις δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερη. Οι πρόσφατες δημοσιεύσεις που ακολουθούν αναδεικνύουν κρίσιμες εξελίξεις στη διαχείριση της δυσλιπιδαιμίας. Μαζί, συνθέτουν μία σαφή εικόνα: το τοπίο της λιπιδαιμικής διαχείρισης αλλάζει, και μαζί του αλλάζουν και οι δυνατότητες για βελτιστοποίηση της θεραπευτικής προσέγγισης.

Η συγκεκριμένη ενότητα θα εμπλουτίζεται διαρκώς με νέες δημοσιεύσεις και πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα, ώστε να παραμένει μια επίκαιρη και αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης για τις εξελίξεις στον χώρο της δυσλιπιδαιμίας, ιδιαίτερα όσον αφορά τη λιποπρωτεΐνη(α) [Lp(a)] και την LDL-C.

Lipoprotein(a) in atherosclerotic cardiovascular disease and aortic stenosis: a European Atherosclerosis Society consensus statement

F Kronenberg, S Mora, ES G Stroes, BA Ference, BJ Arsenault, L Berglund, MR Dweck, M Koschinsky, G Lambert, F Mach, CJ McNeal, PM Moriarty, P Natarajan, BG Nordestgaard, KG Parhofer, SS Virani, A von Eckardstein, GF Watts, JK Stock, KK Ray, LS Tokgözoğlu, AL Catapano

Η παρούσα συμφωνία ειδικών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης (EAS) συνοψίζει τα νεότερα δεδομένα που εδραιώνουν την λιποπρωτεΐνη(α) [Lp(a)] ως αιτιολογικό παράγοντα κινδύνου για αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο, ανεξάρτητα από τα επίπεδα της LDL‑C. Το άρθρο αναδεικνύει την ανάγκη μέτρησης της Lp(a) τουλάχιστον μία φορά στην ενήλικη ζωή, καθώς οι υψηλές τιμές σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος, ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, επιδείνωσης της αορτικής στένωσης και αυξημένη θνητότητα. Το κείμενο τονίζει ότι τα επίπεδα της Lp(a) είναι κατά >90% γενετικώς καθοριζόμενα και ότι θεραπείες που στοχεύουν ειδικά στη μείωσή της βρίσκονται σε φάση κλινικής έρευνας. Τη δεδομένη στιγμή, ελλείψει ειδικών θεραπειών για τη μείωση της Lp(a), συνιστάται η έγκαιρη αντιμετώπιση των λοιπών παραγόντων κινδύνου σε άτομα με αυξημένα επίπεδα Lp(a).

https://doi.org/10.1093/eurheartj/ehac361 

Frequent questions and responses on the 2022 lipoprotein(a) consensus statement of the European Atherosclerosis Society

F Kronenberg, S Mora, ES G Stroes, BA Ference, BJ Arsenault, L Berglund, MR Dweck, M Koschinsky, G Lambert, F Mach, CJ McNeal, PM Moriarty, P Natarajan, BG Nordestgaard, KG Parhofer, SS Virani, A von Eckardstein, GF Watts, JK Stock, KK Ray, LS Tokgözoğlu, AL Catapano

Το παρόν άρθρο παρουσιάζει απαντήσεις της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης (EAS) σε 30 συχνά ερωτήματα αναφορικά με την λιποπρωτεΐνη(α) [Lp(a)], οργανωμένα σε 4 θεματικές ενότητες (επιδημιολογία, εκτίμηση καρδιαγγειακού κινδύνου, μέτρηση, διαχείριση & θεραπευτικές παρεμβάσεις). Μεταξύ άλλων, τονίζεται ότι η Lp(a) αποτελεί ισχυρό και αιτιολογικό παράγοντα κινδύνου για αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο και αορτική στένωση. Μία νέα φόρμουλα υπολογισμού κινδύνου αναδεικνύει ότι ο συνολικός καρδιαγγειακός κίνδυνος ενδεχομένως να υποεκτιμάται σημαντικά σε άτομα με υψηλή Lp(a). Παρά την απουσία εγκεκριμένων ειδικών θεραπειών, η μέτρηση της Lp(a) παραμένει κρίσιμη, καθώς καθοδηγεί την εντατικοποίηση της αντιμετώπισης λοιπών παραγόντων κινδύνου (LDL‑C, αρτηριακής πίεσης, σακχαρώδη διαβήτη κ.λπ.). Το άρθρο παρέχει επίσης πρακτικές οδηγίες για τη μέτρηση, την ερμηνεία και την κλινική εφαρμογή των επιπέδων της Lp(a), συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης του οικογενειακού περιβάλλοντος. Τέλος, γίνεται αναφορά στις στοχευμένες στη μείωση της Lp(a) θεραπείες, οι οποίες βρίσκονται σε στάδιο κλινικών δοκιμών.

https://doi.org/10.1016/j.atherosclerosis.2023.04.012

The Brussels International Declaration on Lipoprotein(a) Testing and Management

F Kronenberg, N Bedlington, Z Ademi, M Geantă, T Silberzahn, M Rijken, A Kaal, M Harada-Shiba, Z Chen, G Thanassoulis, B Eliasen, JL Eiselé, A Wiegman, CM Ballantyne, E Broome, M Calabrò, P Corral, A Dol, LJ Donato, E Evans, S Funabashi, I Gouni-Berthold, I Gutierrez Ibarluzea, N Johnson, J Lane, S Mora, BG Nordestgaard, I Pećin, R Kaal-Poppelaars, MR Langlois, KK Ray, A Rodenbach, RD Santos, ES G Stroes, H Tada, M Vrablík, M Winokur, M Yoshida, SJ Nicholls, M Daccord

Η Διεθνής Διακήρυξη των Βρυξελλών για τον Έλεγχο και τη Διαχείριση της λιποπρωτεΐνης(α) [Lp(a)] αποτελεί μια παγκόσμια πρωτοβουλία που αναδεικνύει την ανάγκη ενσωμάτωσης της μέτρησης της Lp(a) στις στρατηγικές καρδιαγγειακής πρόληψης. Σύμφωνα με το άρθρο, η απόλυτη δια βίου πιθανότητα εμφάνισης αθηροσκληρωτικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων αυξάνεται σημαντικά όσο αυξάνεται η Lp(a), ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν πολλοί παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου. Η μη ενσωμάτωση της Lp(a) στην εκτίμηση κινδύνου οδηγεί σε ουσιαστική υποεκτίμηση του πραγματικού κινδύνου για αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο. Παρ’ όλα αυτά, τα ποσοστά μέτρησης παγκοσμίως παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά (1–2 %). Η Διακήρυξη των Βρυξελλών καλεί για συστηματική εξέταση της Lp(a) τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του ατόμου, ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων στη συνολική εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου και ανάπτυξη εξατομικευμένων σχεδίων πρόληψης. Επίσης, επισημαίνει τη σημαντική κοινωνική και οικονομική επιβάρυνση που επιφέρει η καρδιαγγειακή νόσος και παρουσιάζει δεδομένα σύμφωνα με τα οποία ο έλεγχος της Lp(a) είναι κλινικά ωφέλιμος και οικονομικά αποδοτικός για τα συστήματα υγείας.

https://doi.org/10.1016/j.atherosclerosis.2025.119218

The additive prognostic value of lipoprotein(a) for all-cause and cardiovascular mortality across the traditional cardiovascular risk continuum: analysis from NHANES III (1988–1994) with follow-up to 2019

M Al-Jarshawi, N Chew, MP Bonaca, KK Ray, MA Mamas

Η παρούσα μελέτη NHANES III (1988–1994), με μακροχρόνια παρακολούθηση των ασθενών έως το 2019, αξιολόγησε την προγνωστική αξία της λιποπρωτεΐνης(a) [Lp(a)] ως προς τη συνολική και καρδιαγγειακή θνησιμότητα, με διαστρωμάτωση καρδιαγγειακού κινδύνου βάσει του AHA PREVENT score. Σε δείγμα 4.707 ενηλίκων χωρίς γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, τα υψηλά επίπεδα Lp(a) (>75 mg/dL) συσχετίστηκαν με αυξημένη συνολική (HR 1.25) και καρδιαγγειακή θνησιμότητα (sHR 1.21), αποκλειστικά στους συμμετέχοντες με υψηλό αρχικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, ενώ δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις στις ομάδες χαμηλού ή ενδιάμεσου κινδύνου. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η Lp(a) προσφέρει πρόσθετη προγνωστική πληροφόρηση πέρα από τους καθιερωμένους παράγοντες κινδύνου, ιδιαίτερα σε άτομα υψηλού κινδύνου, ενισχύοντας την ανάγκη για στοχευμένη μέτρηση και πιθανή ενσωμάτωσή της σε στρατηγικές πρωτογενούς πρόληψης.

https://doi.org/10.1093/eurjpc/zwag037

Country-specific prevalence and clinical relevance of elevated Lp(a) as a risk enhancer in 2 Greek cohorts

D Delialis, P Manifava, SP Giannakopoulou, C Konstantaki, S Athanasopoulos, G Zervas, P Nastatos, G Mavraganis, K Sopova, MA Dimopoulou, L Kokkinidou, Y Skoumas, C Pitsavos, N Rachiotis, Angelidakis, D Papoutsis, P Kostakou, E Samouilidou, AA Zacharoulis, K Stellos, E Liberopoulos, C Chrysochoou, G Georgiopoulos, D Panagiotakos, K Stamatelopoulos

Η παρούσα μελέτη αξιολόγησε τον επιπολασμό και την κλινική σημασία των αυξημένων επιπέδων λιποπρωτεΐνης(α) [Lp(a)] στην Ελλάδα. Στην ανάλυση συμμετείχαν δύο ανεξάρτητες κοόρτες: (1) 1.106 ασθενείς από τριτοβάθμια εξωνοσοκομειακή κλινική λιπιδίων, με διαθέσιμους περιφερικούς αγγειακούς δείκτες, και (2) 2.682 συμμετέχοντες από τον γενικό ελληνικό πληθυσμό στο πλαίσιο της μελέτης ATTICA, με δεδομένα 20ετούς παρακολούθησης για καρδιαγγειακά συμβάματα. Αυξημένα επίπεδα Lp(a) παρατηρήθηκαν στο 8,3% του γενικού πληθυσμού και στο έως 23,9% των ασθενών με εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο (από την κοόρτη της κλινικής λιπιδίων), ενώ συσχετίστηκαν με μεγαλύτερη καρωτιδική, στεφανιαία και περιφερική αθηροσκλήρωση. Η ενσωμάτωση της Lp(a) ως ενισχυτής κινδύνου (risk enhancer) βελτίωσε σημαντικά την επαναταξινόμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου πέρα από το HellenicSCOREII+, αυξάνοντας τον εντοπισμό ασθενών που θα επωφελούνταν από πιο εντατικές προληπτικές παρεμβάσεις. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της συστηματικής μέτρησης της Lp(a) και τη χρησιμότητά της για τον σχεδιασμό εθνικών στρατηγικών πρόληψης και την αξιοποίηση μελλοντικά των αναδυόμενων στοχευμένων σε αυτήν θεραπειών.

https://doi.org/10.1016/j.jacl.2025.12.016

Intensive early and sustained lowering of non–high-density lipoprotein cholesterol after myocardial infarction and prognosis: the SWEDEHEART registry

J Schubert, M Leosdottir, B Lindahl, J Westerbergh, H Melhus, A Modica, N Cater, J Brinck, KK Ray, E Hagström

Το SWEDEHEART είναι ένα Σουηδικό μητρώο, το οποίο καταγράφει συστηματικά τα δημογραφικά στοιχεία, την κλινική φροντίδα/ θεραπείες και την παρακολούθηση ασθενών με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου από όλες τις μονάδες στεφανιαίας φροντίδας της χώρας, προσφέροντας ολοκληρωμένα δεδομένα για την οξεία αντιμετώπιση αλλά και τη δευτερογενή πρόληψη. Η παρούσα μελέτη χρησιμοποίησε δεδομένα >56.000 ασθενών από το συγκεκριμένο μητρώο, οι οποίοι είχαν νοσηλευτεί εξαιτίας πρώτου εμφράγματος του μυοκαρδίου, χωρίς προηγούμενη διάγνωση αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου. Η ανάλυση έδειξε ότι οι ασθενείς που πέτυχαν τον στόχο non-HDL-C<2.2 mmol/L εντός 2 μηνών και τον διατήρησαν στον 1 χρόνο είχαν τον χαμηλότερο κίνδυνο (HR 0.80) για μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάματα (MACE), αναδεικνύοντας ότι η εντατική, πρώιμη και παρατεταμένη μείωση της non–HDL‑C σχετίζεται με σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο MACE, θανάτου και νέου εμφράγματος του μυοκαρδίου. Τα ευρήματα υποστηρίζουν ότι μια πιο σταδιακή προσέγγιση στην εντατικοποίηση της υπολιπιδαιμικής αγωγής ενδεχομένως οδηγεί σε καθυστερημένη επίτευξη των λιπιδαιμικών στόχων και απώλεια κλινικού οφέλους.

https://doi.org/10.1093/eurheartj/ehae576

Real-world data on treatment patterns in at least high cardiovascular risk patients on dual and triple lipid lowering therapy in a Hellenic nationwide e-prescription database

D Terentes-Printzios, I Dima, P Benardos, P Mitrou, K Mathioudakis, A Tsolakidis, F Barkas, K Tsioufis, PP Sfikakis, E Liberopoulos, C Vlachopoulos

Η παρούσα πανεθνική ανάλυση πραγματικών δεδομένων από το σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης (ΗΔΙΚΑ) ανέδειξε ότι οι περισσότεροι από τους 994.000 ασθενείς που λάμβαναν υπολιπιδαιμική αγωγή ήταν τουλάχιστον υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου, ενώ 120.490 βρίσκονταν σε διπλή ή τριπλή υπολιπιδαιμική αγωγή. Παρατηρήθηκε χαμηλή συμμόρφωση (14–34% για τη διπλή υπολιπιδαιμική αγωγή), οδηγώντας σε ανεπαρκή επίτευξη των στόχων της LDL‑C. Μόλις το 20–23% των ασθενών σε διπλή υπολιπιδαιμική αγωγή και το 34–37% σε τριπλή υπολιπιδαιμική αγωγή πέτυχαν το στόχο LDL‑C <100 mg/dL, ενώ ακόμη μικρότερη ήταν η επίτευξη του στόχου LDL‑C <70 mg/dL. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν σημαντικά κενά στην εφαρμογή των κατευθυντήριων οδηγιών στην καθημερινή κλινική πράξη και την ανάγκη για καλύτερη συμμόρφωση των ασθενών στη θεραπεία.

https://doi.org/10.1016/j.ijcrp.2024.200261