Γενικές πληροφορίες και Παθοφυσιολογία της Αξονικής Σπονδυλαρθρίτιδας
Η νόσος με μια ματιά
Η Aξονική Σπονδυλαρθρίτιδα (ΑξΣπΑ) είναι μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος που προσβάλλει κυρίως τις ιερολαγόνιες αρθρώσεις και τη σπονδυλική στήλη (Garg et al., 2014). Στο φάσμα της ΑξΣπΑ περιλαμβάνονται η Αγκυλοποιητική Σπονδυλαρθρίτιδα (ΑΣ), η οποία αφορά σε ασθενείς με εμφανή δομική βλάβη στις ακτινογραφίες, και η μη ακτινολογικά επιβεβαιωμένη Αξονική Σπονδυλαρθρίτιδα (ΑΣχΑΕ, Αξονική Σπονδυλαρθρίτιδα χωρίς Ακτινολογικά Ευρήματα), η οποία αφορά σε ασθενείς χωρίς κάποια εμφανή δομική βλάβη στις ακτινογραφίες (Sieper & Poddubnyy, 2017; Wang & Ward, 2018). Η ΑξΣπΑ προκαλείται από χρόνια φλεγμονή και ενθεσίτιδα – δηλαδή φλεγμονή στις ενθέσεις, τα σημεία όπου μαλακοί ιστοί, όπως οι μύες, οι τένοντες και οι σύνδεσμοι προσφύονται στα οστά – στη σπονδυλική στήλη και τις περιφερικές αρθρώσεις (López-Medina & Moltó, 2018). Η κινητικότητα της σπονδυλικής στήλης, η οποία περιορίζεται σταδιακά με την εξέλιξη της νόσου, ουσιαστικά κρίνει και τη μακροπρόθεσμη έκβαση της νόσου (Baraliakos et al., 2007; Rudwaleit et al., 2009a). Η ΑξΣπΑ ξεκινά συνήθως σε νεαρή ηλικία, την τρίτη δεκαετία της ζωής ενός ασθενούς, και η αναλογία ανδρών-γυναικών, όσον αφορά στην ΑΣ, είναι 2-3/1 και, όσον αφορά στη ΑΣχΑΕ, είναι 1/1 (Sieper & Poddubnyy, 2017). Το γενετικό υπόβαθρο της ΑξΣπΑ είναι αρκετά ισχυρό και η μεγαλύτερη συσχέτιση εμφανίζεται με το γονίδιο HLA-B27, o ρόλος του οποίου δεν είναι ακόμη σαφής, αν και υπάρχουν διάφορες υποθέσεις (Sieper & Poddubnyy, 2017). Ο ρυθμός και τα ποσοστά ακτινολογικής εξέλιξης της ΑΣχΑΕ σε ΑΣ, σύμφωνα με τις υπάρχουσες μελέτες, είναι σχετικά ασαφή. Υπολογίζεται ότι σε διάστημα 2-10 ετών, το ποσοστό αυτό κυμαίνεται στο 10-40% και η πιθανότητα εξέλιξης σε ΑΣ, ενός ασθενούς με ΑΣχΑΕ είναι περίπου 50% (Protopopov & Poddubnyy, 2018).
Τα συμπτώματα της νόσου
Τα συμπτώματα της ΑΣ συνήθως ξεκινούν κατά την τρίτη δεκαετία της ζωής, παρόλο που 18% των ασθενών εμφανίζουν συμπτώματα ακόμη και από την ηλικία των 11 ετών (Jadon et al., 2013). Οι ασθενείς με ΑξΣπΑ εμφανίζουν συνήθως χρόνιο πόνο φλεγμονώδους αιτιολογίας στην πλάτη και δυσκαμψία, κυρίως στην κάτω οσφυϊκή ή γλουτιαία χώρα, χωρίς αυτό να αποκλείει το ενδεχόμενο εντοπισμού του πόνου σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της σπονδυλικής στήλης. Οι ασθενείς παραπονιούνται για πρωινή δυσκαμψία κυρίως στο κάτω μέρος της πλάτης, η οποία βελτιώνεται με την άσκηση, όχι όμως με την ανάπαυση. Η νυκτερινή επιδείνωση του πόνου είναι επίσης συχνή στην πρώιμη φάση, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μέρος της νύχτας πριν τις πρωινές ώρες (Taurog et al., 2016; Sieper & Poddubnyy, 2017). Η χρόνια φλεγμονή και η εξέλιξη της νόσου οδηγεί τελικά στη σύντηξη (αγκύλωση) των φλεγμαίνουσων αρθρώσεων της σπονδυλικής στήλης, ουσιαστικά δηλαδή στη δημιουργία νέου οστού, περιορίζοντας έτσι την κινητικότητά της. Έχουν αναπτυχθεί διάφορα κριτήρια για την ταξινόμηση της φλεγμονώδους οσφυαλγίας, τα οποία μάλιστα αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό, ωστόσο, η ευαισθησία και η εξειδίκευσή τους για τη διάγνωση της ΑξΣπΑ δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές (Sieper & Poddubnyy, 2017).
Τα κλινικά χαρακτηριστικά αυτής της πάθησης, εκτός από τη φλεγμονώδη οσφυαλγία, περιλαμβάνουν, την ασύμμετρη περιφερική ολιγοαρθρίτιδα – όπου προσβάλλονται λιγότερες από 3 με 5 αρθρώσεις – και την ενθεσίτιδα, καθώς και εξωαρθρικές εκδηλώσεις, όπως η πρόσθια ραγοειδίτιδα, η ψωρίαση και η χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (ΦΝΕ) (Braun & Sieper, 2007).
Η αρθρίτιδα και η ενθεσίτιδα είναι οι πιο συχνές περιφερικές εκδηλώσεις, οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της νόσου. Παρουσιάζονται κυρίως στα κάτω άκρα, όπως προαναφέρθηκε, συχνά με ασύμμετρο τρόπο, και οδηγούν σε πρησμένες και επώδυνες αρθρώσεις. Ως ενθεσίτιδα ορίζεται η φλεγμονή κατά την εισαγωγή τενόντων ή συνδέσμων στο οστό. Ένα τυπικό σημείο ενθεσίτιδας στις ΑξΣπΑ είναι ο Αχίλλειος τένοντας, καθώς και η πελματιαία περιτονία. Μια σχετικά πιο σπάνια περιφερική κλινική εκδήλωση στην ΑξΣπΑ είναι η δακτυλίτιδα, δηλαδή το πρήξιμο στα δάκτυλα, είτε των χεριών είτε των ποδιών. Η ραγοειδίτιδα είναι η πιο συχνή εξωαρθρική εκδήλωση και εμφανίζεται συνήθως ως πρόσθια ραγοειδίτιδα, έχει περιορισμένη διάρκεια, οξεία έναρξη και συχνά εναλλάσσεται από το ένα μάτι στο άλλο. Η ψωρίαση και η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου είναι λιγότερο συχνά εξωαρθρικά ευρήματα (Sieper & Poddubnyy, 2017).
Επιδημιολογικά στοιχεία
Η νόσος ξεκινά συνήθως την τρίτη δεκαετία της ζωής ενός ανθρώπου. Σε ασθενείς θετικούς για το γονίδιο HLA-B27, η ΑξΣπΑ εμφανίζεται περίπου 5 χρόνια νωρίτερα από ότι σε ασθενείς με αρνητικό HLA-B27 (Sieper & Poddubnyy, 2017). Ιστορικά, η αναλογία εμφάνισης της ΑΣ μεταξύ ανδρών-γυναικών χαρακτηριζόταν από μια έντονη υπερεκτίμηση του ποσοστού υπέρ των ανδρών. Για παράδειγμα, οι αρχικές μελέτες έδειχναν αναλογία μεταξύ ανδρών και γυναικών 10/1 (Rusman et al., 2018). Σύμφωνα με πιο πρόσφατες μελέτες, αυτός ο λόγος υπολογίζεται πως είναι περίπου 2-3/1 (Sieper & Poddubnyy, 2017; Rusman et al., 2018). Σε αντίθεση με την ΑΣ, οι ασθενείς με ΑΣχΑΕ δεν εμφανίζουν σχεδόν καμία διαφορά στην επικράτηση της νόσου μεταξύ ανδρών και γυναικών (Rusman et al., 2018).
Ο ακριβής επιπολασμός της ΑξΣπΑ είναι δύσκολο να αποτυπωθεί, καθώς οι διαθέσιμες έρευνες βασίζονται στην επιλογή ασθενών ή σε πληθυσμιακές μελέτες που δεν περιλαμβάνουν απεικονιστικά δεδομένα και στοιχεία για το γονίδιο HLA-B27. Σίγουρα πάντως, υπάρχουν περισσότερα δεδομένα για τον επιπολασμό της ΑΣ από ότι συνολικά για την ΑξΣπΑ (ΑΣ & ΑΣχΑΕ). Φαίνεται ότι ο επιπολασμός της ΑΣ αντικατοπτρίζει τον επιπολασμό του γονιδίου HLA-B27 σε έναν δεδομένο πληθυσμό (Sieper & Poddubnyy, 2017). Σε πληθυσμούς ευρωπαϊκής καταγωγής, το HLA-B27 είναι παρόν σε περίπου 8% του πληθυσμού και η ΑΣ σε περίπου 0,5%. Σε πληθυσμούς με χαμηλότερο επιπολασμό HLA-B27, όπως για παράδειγμα σε Αφροαμερικανούς, η νόσος εμφανίζεται λιγότερο συχνά. Λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί, ο συγκεντρωτικός επιπολασμός της ΑΣ κυμαίνεται μεταξύ 0,32% και 1,4% (Sieper & Poddubnyy, 2017). Περίπου 1.005.000 ασθενείς εκτιμάται ότι θα πάσχουν από ΑΣ το 2020 και 962.000 στις χώρες της ΕΕ-5 (Αρχειοθετημένα δεδομένα Novartis, 2015). Ο επιπολασμός της ΑΣχΑΕ είναι γενικά όμοιος με αυτόν της ΑΣ και διαφέρει αντίστοιχα σε όλο τον κόσμο (Strand et al., 2013; Poddubnyy & Sieper, 2014; Boonen et al., 2015). Υπολογίζεται περίπου στο 0,3-1,4% του γενικού πληθυσμού και σχεδόν στο 16-37% των ασθενών με φλεγμονώδη οσφυαλγία (Strand et al., 2013; Poddubnyy & Sieper, 2014; Van Tubergen, 2015; Malaviya et al., 2017).
Το φορτίο της νόσου της ΑξΣπΑ και η επιβάρυνση στην ποιότητα ζωής των ασθενών
Οι χαρακτηριστικές παθοφυσιολογικές αλλαγές που σχετίζονται με την Αξονική Σπονδυλαρθρίτιδα (ΑξΣπΑ), έχουν ως αποτέλεσμα την επίμονη φλεγμονή των ιερολαγόνιων αρθρώσεων και της σπονδυλικής στήλης, προκαλώντας χρόνιο πόνο στην πλάτη, καθώς και αλλαγές στο σκελετό και στη στάση του σώματος. Τα συμπτώματα του πόνου, της δυσκαμψίας και της κόπωσης συμβάλλουν σημαντικά στο φορτίο της νόσου και περιορίζουν τη σωματική λειτουργικότητα, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας διεκπεραίωσης καθημερινών δραστηριοτήτων, όπως είναι το ντύσιμο, το περπάτημα, το μπάνιο, η οδήγηση και το φαγητό (Dagfinrud et al., 2005; Strand & Singh, 2017). Περίπου το 66% των ασθενών με ΑξΣπΑ δηλώνουν πως έχουν πολύ κακή ποιότητα ύπνου, κάτι που συμβάλλει σημαντικά στην συσσώρευση της κόπωσης, και το 46% πάσχει από μέτρια έως σοβαρή αϋπνία (Strand & Singh, 2017).
Οι σωματικοί αυτοί περιορισμοί, μπορούν επίσης να επηρεάσουν έντονα την εργασιακή απασχόληση, τις δραστηριότητες αναψυχής, τη διάθεση, όπως και τις διαπροσωπικές σχέσεις ενός ασθενούς. Σύμφωνα με μελέτες, το 45% των ανδρών με ΑξΣπΑ άλλαξε καριέρα προς μια λιγότερο σωματικά απαιτητική εργασία, ενώ το 24% αποσύρθηκε από την εργασία του νωρίς, με μέσο όρο ηλικίας τα 36 χρόνια. Σίγουρα, ο οικονομικός αντίκτυπος της περιορισμένης ικανότητας εργασίας, είναι σημαντικός τόσο για τον ίδιο τον ασθενή και το οικείο περιβάλλον του, όσο και για το κράτος (Strand & Singh, 2017).
Η παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης και η κακή στάση σώματος, μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές διαταραχές της εμφάνισης ενός ασθενούς με ΑξΣπΑ, οι οποίες συνδέονται αντίστοιχα και με αυξημένα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης (Strand & Singh, 2017). Σε μια μελέτη ασθενών με ΑξΣπΑ, το 45% αντιμετώπιζε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης και το 21% έντονο άγχος (Kilic et al., 2014). Σύμφωνα με μελέτες, φαίνεται ότι τα ποσοστά διαγνωσμένης κατάθλιψης είναι γενικά υψηλότερα στις γυναίκες (80%) και τους άνδρες (50%) που πάσχουν από ΑξΣπΑ σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Τα ποσοστά αυτά, δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις επιβαρύνονται επιπλέον από τη σεξουαλική δυσλειτουργία και δυσφορία των ασθενών λόγω του πόνου, της κούρασης και των γενικότερων σωματικών περιορισμών που βιώνουν, δυσχεραίνοντας έτσι και τις σχέσεις με τους συντρόφους τους (Strand & Singh, 2017).
Τα μέχρι τώρα δεδομένα αποδεικνύουν πως, παρά το γεγονός ότι οι ασθενείς με ΑΣχΑΕ έχουν συνήθως μικρότερη διάρκεια νόσου και μικρότερη δομική βλάβη στον αξονικό σκελετό, το φορτίο της νόσου γι’ αυτούς είναι συγκρίσιμο με αυτό των ασθενών με ΑΣ (Strand & Singh, 2017; Mease et al., 2018; Protopopov & Poddubnyy, 2018). Συνολικά, φαίνεται ότι, οι γυναίκες ασθενείς με ΑξΣπΑ βιώνουν μεγαλύτερο φορτίο της νόσου και εντονότερη επιδείνωση της ποιότητας ζωής τους σε σχέση με τους άντρες ασθενείς (Strand & Singh, 2017). Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως, εκτός από την επίπτωση στη ζωή των ασθενών, όντας ένα χρόνιο, δύσκολο νόσημα, η ΑξΣπΑ μπορεί να προκαλέσει έντονη επιβάρυνση και στη ζωή των φροντιστών των ασθενών αυτών, με δυνητικώς αρνητικές συνέπειες για τη ψυχολογία και την υγεία τους (Laudenslager, 2014).
Σύμφωνα με μια πρόσφατη ευρωπαϊκή μελέτη (EMAS, European Map of Axial Spondyloarthritis), οι ασθενείς με ΑξΣπΑ πιο συχνά αναφέρουν ότι νιώθουν έντονο φόβο για την εξέλιξη της νόσου, για τις εξάρσεις πόνου, αλλά και για το ενδεχόμενο απώλειας κινητικότητας, ενώ ελπίζουν αντίστοιχα στην αναστολή της εξέλιξης της νόσου, στην εξάλειψη του πόνου, καθώς και στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας που λαμβάνουν. Ωστόσο, φαίνεται ότι, ένας στους τρεις ασθενείς δεν αναφέρει στο θεράποντα ιατρό του τους προσωπικούς του στόχους σχετικά με την θεραπεία του, παρόλο που κάτι τέτοιο, ενδεχομένως θα βοηθούσε στο σχεδιασμό εξατομικευμένων στρατηγικών θεραπείας στοχεύοντας στη βέλτιστη διαχείριση της νόσου (Garrido-Cumbrera et al., 2019).
Συννοσηρότητες και κίνδυνος θνησιμότητας
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες συγκεντρωτικές μελέτες, οι συχνότερες συννοσηρότητες στους ασθενείς με ΑξΣπΑ είναι η οστεοπόρωση (13,4%) και το γαστρεντερικό έλκος (11%), ενώ φαίνεται πως ο επιπολασμός της καρδιαγγειακής νόσου (CV, Cardiovascular disease) δεν είναι σημαντικά υψηλότερος από αυτόν του γενικού πληθυσμού. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός πως, ο μέσος όρων ηλικίας των ασθενών στις μελέτες αυτές ήταν σχετικά χαμηλός (44 έτη) και η καρδιαγγειακή νόσος είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ηλικία (Moltó et al., 2016; López-Medina & Moltó, 2018). Από την άλλη, ο επιπολασμός συγκεκριμένων παραγόντων κινδύνου της καρδιαγγειακής νόσου, όπως η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία, ήταν υψηλότερος σε ασθενείς με ΑΣ συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό. Αυτός ο υψηλότερος επιπολασμός παραγόντων κινδύνου CV μπορεί να εξηγηθεί από τη χρόνια φλεγμονώδη κατάσταση του οργανισμού στις ΑξΣπΑ, από τη χρήση ΜΣΑΦ, τα οποία ενδεχομένως να προκαλέσουν υπέρταση, και από την παρουσία μεταβολικού συνδρόμου, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ψωρίαση (López-Medina & Moltó, 2018).
Άλλες συννοσηρότητες που έχουν συσχετιστεί με τη νόσο περιλαμβάνουν το σακχαρώδη διαβήτη, διάφορες μολύνσεις, την κατάθλιψη, κάποιες πνευμονοπάθειες, νεφροπάθειες, καθώς και ασθένειες νευρολογικής φύσεως (Strand & Singh, 2017). Να σημειωθεί πως, η επιβίωση των ασθενών με ΑΣ μπορεί να είναι μειωμένη σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, και το ποσοστό θνησιμότητας φαίνεται να είναι υψηλότερο στους άνδρες σε σύγκριση με τις γυναίκες (Bakland et al., 2011). Είναι σημαντικό ωστόσο να αναφερθεί ότι ο κίνδυνος θνησιμότητας φαίνεται να συσχετίζεται με την ενεργότητα της νόσου (Bakland et al., 2011).
Παράγοντες Κινδύνου
Μέχρι σήμερα, παραμένει δύσκολο να εκτιμηθεί η επίδραση περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων στην ανάπτυξη της ΑξΣπΑ. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι η μυοσκελετική φλεγμονή πιθανόν ξεκινάει από τις ενθέσεις, ως αποτέλεσμα της δράσης της IL-23, η οποία μπορεί να ενεργοποιήσει τα τοπικά Τ κύτταρα. Η αυξημένη έκφραση της IL-23 στους ασθενείς με ΑξΣπΑ έχει συσχετιστεί με την παρουσία του γονιδίου HLA-B27, τις διακυμάνσεις στο μικροβίωμα του εντέρου και τη μηχανική καταπόνηση στην περιοχή της ένθεσης (López-Medina & Moltó, 2018).
Αρκετές μελέτες εκτιμούν ότι οι γενετικοί παράγοντες οφείλονται σε ποσοστό 80% με 90% για την ανάπτυξη της νόσου. Συγκεκριμένα, η παρουσία του αντιγόνου HLA-B27 [κύριο μόριο του συμπλόκου ιστοσυμβατότητας (MHC) τύπου Ι που ανακαλύφθηκε το 1973], συμβάλλει στο 30% της κληρονομικότητας της νόσου. Αυτό το γονίδιο υπάρχει στο 8-10% του γενικού πληθυσμού, ενώ στους ασθενείς με ΑΣ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 80-90% (López-Medina & Moltó, 2018).
Δεδομένου ότι περίπου 5-10% των ασθενών με ΑξΣπΑ αναπτύσσουν φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (ΦΝΕ), ενώ έως και 70% μπορεί να έχουν υποκλινική φλεγμονή του εντέρου, είναι εδώ και χρόνια γνωστή η κλινική συσχέτιση μεταξύ τους. Το σύνολο των μελετών κάνει ολοένα και πιο ξεκάθαρο το ρόλο του εντερικού μικροβιώματος στην ανάπτυξη της επίκτητης ανοσοαπόκρισης και αντίστοιχα, ενισχύει την αντίληψη ότι το μικροβίωμα μπορεί να δημιουργήσει προδιάθεση για την εμφάνιση ΑξΣπΑ (López-Medina & Moltó, 2018).
Έρευνες έχουν δείξει ότι μικρές διακυμάνσεις στην ποικιλία του εντερικού μικροβιώματος, όπως η παρουσία Lachnospiraceae και Bacteroidaceae, καθώς και η μείωση του πληθυσμού των Ruminococcaceae και Rikenellaceae, θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην παθογένεση της ΑξΣπΑ (López-Medina & Moltó, 2018). Σύμφωνα με άλλες μελέτες, φαίνεται ότι η μικροβιακή έκθεση στην παιδική ηλικία και ο θηλασμός, επηρεάζουν αρνητικά και θετικά αντίστοιχα την προδιάθεση εμφάνισης ΑξΣπΑ, πάλι μέσω της επίδρασης στο εντερικό μικροβίωμα (Sieper, & Poddubnyy, 2017).
Μοριακό υπόβαθρο της νόσου: Ο σημαντικός ρόλος της IL-17A
Η ιντερλευκίνη-17Α (IL-17A) είναι ένα σημαντικό μόριο του ανοσοποιητικού συστήματος το οποίο εμπλέκεται μεταξύ άλλων στην παθογένεση της Αξονικής Σπονδυλαρθρίτιδας (ΑξΣπΑ), ενώ οι πολυμορφισμοί στους γενετικούς τόπους μορίων που σχετίζονται με το σηματοδοτικό μονοπάτι της IL-17 συνδέονται με προδιάθεση για τη νόσο (McGonagle et al., 2019). Η υπεροικογένεια της IL-17 αποτελείται από έξι μόρια προσδέτες (IL-17A έως IL-17F), τα οποία μπορούν να δεσμευτούν σε πέντε υποτύπους υποδοχέα (IL-17RA έως IL-17RE) (Torgutalp & Poddubnyy, 2019; de Morales et al., 2020). Η IL-17A είναι μακράν το καλύτερα χαρακτηρισμένο μέλος της οικογένειας IL-17 και μπορεί να υπάρχει ως ομοδιμερές ή ως ετεροδιμερές με IL-17F. Το μόριο αυτό κατά τη σύνδεση με τον υποδοχέα που είναι διμερές σύμπλοκο IL-17RA/IL-17RC, αυξορυθμίζει την έκφραση φλεγμονωδών γονιδίων είτε με διέγερση de novo γονιδιακής μεταγραφής είτε με σταθεροποίηση του mRNA προ-φλεγμονωδών κυτοκινών και χημειοκινών (Amatya et al., 2017; Torgutalp & Poddubnyy, 2019).
Σε υγιή άτομα, η IL-17A, καθώς και άλλα μέλη της οικογένειας των ιντερλευκινών αυτών, παίζουν σημαντικό ρόλο στην άμυνα του ξενιστή έναντι μιας σειράς βακτηριακών και μυκητιακών παθογόνων στους επιθηλιακούς και βλεννογόνους φραγμούς του δέρματος, του εντέρου, καθώς και του αναπνευστικού συστήματος (McGonagle et al., 2019). Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα μοριακά μονοπάτια που συνδέουν την IL-23 με την IL-17, τα οποία έχουν σημαντικό ρόλο στο συντονισμό της λειτουργίας του φραγμού του δέρματος και του εντέρου, δύο σημεία του σώματος που δέχονται έντονη φυσική και χημική καταπόνηση και είναι επίσης περιοχές πολύπλοκων μικροβιολογικών αλληλεπιδράσεων (Lories & Haroon, 2017).
Στην κυκλοφορία, τις αρθρώσεις και τις ενθέσεις των ατόμων με ΑξΣπΑ, καταγράφονται αυξημένα επίπεδα κυττάρων που παράγουν IL-17A ή κυττάρων που εκφράζουν τους υποδοχείς της IL-17Α (McGonagle et al., 2019; Mease, 2019; Torgutalp & Poddubnyy, 2019). Ακόμη, έχει διαπιστωθεί ότι αυξημένα επίπεδα κυττάρων που παράγουν IL-17A συσχετίζονται με κλινικά δεδομένα υψηλής ενεργότητας της νόσου (Menon et al., 2014). Αναλυτικότερα, γνωρίζουμε ότι τα Th17 κύτταρα, τα κυτταροτοξικά T κύτταρα, τα γδ T-κύτταρα και τα ILC3 κύτταρα
αποτελούν σημαντικές πηγές IL-17A, ενώ πρόσφατες μελέτες έχουν εντοπίσει και άλλους παράγοντες που συμβάλλουν στην IL-17A στο εγγενές ανοσοποιητικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων των μακροφάγων, των μαστοκυττάρων και των ουδετεροφίλων (Taams et al., 2018; McGonagle et al., 2019; Mease, 2019).
Η έκκριση της IL-17Α ορίζει ένα φλεγμονώδες μονοπάτι που τελικά κατευθύνει τη φλεγμονή των αρθρώσεων και τη δημιουργία δομικών βλαβών στις σπονδυλαρθρίτιδες. Όπως προαναφέρθηκε, η IL-17 κατευθύνει τον προφλεγμονώδη καταρράκτη τόσο άμεσα μέσω της απελευθέρωσης IL-17A, όσο και έμμεσα μέσω της αυξημένης παραγωγής άλλων προφλεγμονωδών κυτοκινών, από ποικίλους διαφορετικούς τύπους κυττάρων (Amatya et al., 2017). Η παραγωγή κυτοκινών και χημειοκινών ως απάντηση στην IL-17A μπορεί να κατευθύνει με τη σειρά της ένα φλεγμονώδη βρόχο ανατροφοδότησης, ο οποίος τροφοδοτεί τα κύτταρα της επίκτητης και της φυσικής ανοσίας προκειμένου να προαχθεί περαιτέρω η παραγωγή IL-17A (McGonagle et al., 2019). Η ενθεσίτιδα, η οποία θεωρείται ως η πρώιμη φλεγμονή στις σπονδυλαρθρίτιδες, προκαλείται κυρίως από μια φυσική ανοσοαπόκριση κατά την οποία η προσταγλανδίνη Ε2 (PGE2) και η IL-23 φαίνεται να είναι σημαντικοί πρώιμοι διαμεσολαβητές. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι οδηγούν στην ενεργοποίηση τοπικών ανοσοκυττάρων τα οποία με τη σειρά τους παράγουν IL-17A και άλλες φλεγμονώδεις κυτοκίνες (Schett et al., 2017). Η IL-17A πιθανώς δρα ως ενισχυτής της ενθεσίτιδας, προκαλώντας την παραγωγή αρκετών άλλων κυτοκινών από μεσεγχυματικά κύτταρα (McGonagle et al., 2019). Ένας άλλος σημαντικός τρόπος δράσης της IL-17A είναι η ενεργοποίηση της διάβρωσης του οστού διαμέσου της αυξορύθμισης του ενεργοποιητή του υποδοχέα του προσδέτη του πυρηνικού παράγοντα κάππα-Β (RANKL) (Raychaudhuri et al., 2015). Επιπλέον, φαίνεται ότι η IL-17A ενισχύει την οστεογένεση, μέσω ενεργοποίησης της διαφοροποίησης οστεοβλαστών από τοπικούς πληθυσμούς μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων και επικείμενη ενεργοποίηση του σηματοδοτικού μονοπατιού JAK2 / STAT3. Το σηματοδοτικό αυτό μονοπάτι σχετίζεται στενά με την οστεογένεση και ενεργοποιεί τους νέους οστεοβλάστες προκειμένου να ξεκινήσει η παραγωγή νέου οστού (McGonagle et al., 2019).
Όπως προαναφέρθηκε, η IL-23 παίζει βασικό ρόλο στην ενίσχυση και διατήρηση της παραγωγής της IL-17A σε πολλά κύτταρα, οπότε αναμενόταν πως και η αναστολή της IL-23 θα είχε παρόμοια αποτελεσματικότητα με την αναστολή της IL-17A σε ασθενείς με ΑξΣπΑ. Είναι ενδιαφέρον ότι οι μέχρι τώρα κλινικές μελέτες με αναστολείς της IL-23, τερματίστηκαν λόγω έλλειψης κλινικής αποτελεσματικότητας (McGonagle et al., 2019). Αντιθέτως, τα αποτελέσματα αναστολής της IL-17A στην ΑξΣπΑ (τόσο στην ΑΣ όσο και στην ΑΣχΑΕ), υποδηλώνουν ότι πιθανόν πίσω από τον κύριο μηχανισμό
παθογένεσης της νόσου κρύβεται η IL-17A, και λιγότερο η IL-23. Επιπλέον, τα διαθέσιμα στοιχεία και δεδομένα υποδεικνύουν ότι στην ΑξΣπΑ η IL-17A παράγεται επιπλέον από άλλες κυτταρικές πηγές, μάλλον ανεξάρτητες του μονοπατιού της IL-23 (McGonagle et al., 2019). Επιπρόσθετα, νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να υπάρχουν ανατομικές και ανοσολογικές διαφορές μεταξύ αξονικής και περιφερικής ενθεσίτιδας. Συγκεκριμένα, στην περιφερική ενθεσίτιδα παρατηρείται πιο έντονη φλεγμονή στο μαλακό ιστό της ένθεσης και μεγαλύτερη εμπλοκή του αρθρικού θύλακα. Από την άλλη, στον αξονικό σκελετό παρατηρείται πιο έντονη περι-ενθεσιακή οστείτιδα, κυρίως στη σπονδυλική στήλη, κάτι που φαίνεται να συνδέεται και με την παρουσία του γονιδίου HLA-B27 (McGonagle et al., 2019).